Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Sofia Coppola, μια εικονοκλάστρια του σύγχρονου κινηματογράφου




Πήγα σινεμά για δω την Αποπλάνηση της Σοφία Κόπολα μη έχοντας δει ταινία της για χρόνια. Μικρό το κακό, ίσως, μια και η Κόπολα δεν συγκαταλέγεται στις πολυγραφότερες των δημιουργών.  Μέσα σε λιγότερο από 48 ώρες αφότου είδα την Αποπλάνηση, παρακολούθησα ξανά τις πρώτες τις, θαυμάσιες, ποπ ματιές στο σύγχρονο κινηματογράφο, τα Virgin Suicides και Lost in Translation.

Όλα τα παραπάνω το καλοκαίρι του 2017 σε μια αλληλουχία εβδομάδων όπου και πάλι ο μοντέρνος κινηματογράφος κυριαρχείται από την ανδρική ματιά και τα μεγάλα μεγέθη. Αποτελεί μια ολοκληρωμένη αντίφαση, μια και ο Κρίστοφερ Νόλαν είναι ένα σπουδαίος σκηνοθέτης, αλλά το φιλμικό υπερθέαμα της Δουνκέρκης είναι άλλη μία εκκωφαντική επιβεβαίωση του ανδρικού κόσμου που ονομάζουμε κινηματογράφο. Στα πλαίσια - και εξ ορισμού αυτής - της μεγάλης οθόνης και των απαιτήσεων της, η ανδρική και πατριαρχική ματιά συνοδεύει, χέρι με χέρι, τα μεγάλα θεάματα. Μεγάλοι ήρωες, κατά βάση άνδρες πρωταγωνιστές, ανδρικοί ηρωισμοί.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν αποτελεί τα φιλμικά θέσφατα της Κόπολα. Πλησίασα την Αποπλάνηση  αμφιβολίες. Το πρώτο της μέρος είχε τις αδυναμίες του: η συνηθισμένη πλοκή συνοδευόταν από την εμφανή αδυναμία - νισάφι πια μ'αυτόν - του Κόλιν Φάρελ να ακολουθήσει τις έξοχες ερμηνείες του γυναικείου καστ. Η αδύναμη πλοκή του πρώτου μισού σου τραβά την προσοχή απ' όλα τα υπόλοιπα που χτίζουν την ταινία. Η μπαρόκ ατμόσφαιρα ρομαντισμού συνοδεύεται από την αντίστοιχη φωτογραφία αλλά και μουσική. Τα πλάνα της Κόπολα -περιορισμένα στα ελάχιστα τετραγωνικά της βικτοριανής έπαυλης και του κήπου της - δημιουργούν μια ατμόσφαιρα δράματος δωματίου. Ο εναλλακτικός τίτλος που θα μπορούσες να δώσεις είναι προδοσία.

Η ποπ αισθητική προηγούμενων ταινιών της Κόπολα αντικαθίσταται εδώ με το μπαρόκ και τον ρομαντισμό. Η σκηνοθέτις υπηρετεί αυτή της την επιλογή με τον ίδιο φανατισμό: μινιμαλισμός, εμμονική σημασία στη μικροκλίμακα της εικόνας, διείσδυση στο μικρόκοσμο των προσωπικών συναισθημάτων. Μέσα από τις ερμηνείες του γυναικείου καστ, με προεξάρχουσα τη Νικόλ Κίντμαν, γευόμαστε τα καλά του επαγγελματισμού της show biz. Ρόλοι δουλεμένοι στη λεπτομέρεια τους που υπηρετούν τη μικροσκοπική καλλιγραφία της ταινίας.



Γυρνώντας πίσω στη φιλμογραφία της παρατηρούμε -τη εξαιρέσει ενός από τους σπουδαιότερους καρατερίστες του σύγχρονου κινηματογράφου, του Bill Murray, πως οι επιλογές της είναι γυναικείες. Σχεδόν κάθε ρόλος που η Κόπολα επιλέγει ως χαρακτηριστική έκφραση των ταινιών της είναι γυναικείος. Πριν μιλήσει κανείς για αντεστραμμένο σεξισμό, ας περιμένει πρώτα να έρθει η ισότιμη αντιμετώπιση των δύο φύλων στον κινηματογράφο.

Λίγα χρόνια πριν, το 2012, μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες ανεξάρτητες δισκογραφικές, η Entr' acte, κυκλοφόρησε το Mikroklimata της Helen Gough. Σ αυτό το cd η καλλιτέχνις πραγματευόταν τις εντάσεις - ηχητικές και συναισθηματικές που ενυπάρχουν μέσα σε ηχητικούς και χωρικούς μικρόκοσμους. Έχω την εντύπωση πως το ίδιο ακριβώς υποδαυλίζει η Κόπολα ( σε αντίθεση με τα συνήθως μεγαλεπήβολα φιλμικά background του πατέρα της ) στις ταινίες της. Κάνει focus στη λεπτομέρεια, επιχειρεί όχι απλά να αναδείξει αλλά να μετατρέψει σε πρωταγωνιστή καθετί μικρό. Δεν απλώνεται χωρικά και χρονικά αλλά αποδέχεται πως η καθημερινότητα μας προχωρά με μικρά βήματα και αυτά προσπαθεί να μετουσιώσει  σε εικόνες.

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές συνειδητοποιώ πως η αναπάντεχη αλλαγή της πλοκής στο δεύτερο μέρος της Αποπλάνησης λειτούργησε αντίστροφα του αναμενόμενου. Την ώρα που μετάλλαξε τους χαρακτήρες που παρακολουθούσαμε ως τότε, κατάφερε, παράλληλα να αναδείξει τη σκηνοθετική μαεστρία της ίδιας. Όλα τα παραπάνω είναι ένα κολάζ ιδεών, όχι εύκολα πραγματοποιήσιμων που η ίδια και οι συνεργάτες της ταίριαξαν σε εικόνες.  Το less is more είναι εύκολο μόνο να το γράφεις. Συνειδητοποιώ επιπλέον πως τα ίδια με τελείως διαφορετικά υλικά είχε φέρει εις πέρας στα δύο πρώτα της αριστουργηματικά φιλμ που ήδη ανέφερα.

Μια πραγματική χαμαιλέοντας με το δικό της μινιμαλιστικό καλλιτεχνικό όραμα. Ίσως ( και ) γι' αυτό οι ταινίες της όσο και να κινούνται στο χρόνο παραμένουν μια ανοιχτόμυαλη ποπ ματιά της οικονομίας του χώρου.

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Φαιά Πανούκλα



"Είναι αλήθεια βέβαια ότι στη στρατιά των ναζί βρήκε παχνί το κατακάθι του πολιτισμού. Είναι αλήθεια ότι εκεί βρήκε την ευκαιρία να τραμπουκίσει, να παίξει με το πιστόλι. Πίσω του, όμως, βρίσκεται η αγροτική μάζα, με τ' απούλητα προϊόντα της και τα χαμηλά μεροκάματα, ολόκληρη η μεσαία τάξη που βρίσκεται σε αποσύνθεση, οι μικροαστοί που καταστράφηκαν από τον πληθωρισμό και την κρίση και που μάχονται ενάντια στον ανταγωνισμό του μεγάλου κεφαλαίου, ενάντια στην προλεταριοποίηση που τους απειλεί. Κι ακόμα πλατιά στρώματα εργατών με κλονισμένα τα νεύρα από την πείνα και την ανεργία και, προπάντων, μια νεολαία χωρίς ψωμί, χωρίς δουλειά, χωρίς μέλλον."

Ντανιέλ Γκερέν "Η Φαιά Πανούκλα" 

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Γίνομαι το τίποτα




Η ανάγκη  για την παρουσία μουσικής στην καθημερινότητα μου, αποτελεί μέρος του μεγίστου των επιθυμιών μου. Όταν βρίσκομαι μέσα στη φύση, νοιώθω αληθινά κομμάτι της, την ακούω και την αφουγκράζομαι, με αγκαλιάζει, αυτή η επιθυμία παύει να υπάρχει.
Εκμηδενίζεται.
Οι ήχοι του φυσικού περιβάλλοντος - τα τζιτζίκια, το θρόισμα των φύλλων, η συνεχής κίνηση του ουρανού, η ζέστη και το κρύο - αποτελούν την απόλυτη ηχητική παλέτα, Μέσα και έξω μου. Γίνομαι το τίποτα μέσα στο σύνολο και ολοκληρώνομαι. 

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Ο Τομ Ρόμπινς ως άλλος Πίνσον και το Βιετνάμ ως αφετηρία





"Για να μη μιλήσουμε για εκείνη την υπέροχη χαρά που θα ένοιωθε πια κάθε στιγμή της ζωής του επειδή είχε ξεγλιστρήσει για άλλη μια φορά από το ατσάλινο δίχτυ της εξουσίας"


Να δανείζεσαι και να δανείζεις βιβλία. Αυτή η κίνηση, ίσως, είναι ένα από τα δοτικότερα των δώρων. Και να τα δίνεις/παίρνεις πίσω στην κατάσταση που ήταν. Για όλους εμάς τους φετιχιστές των αντικειμένων. Κάπως έτσι έφτασε στα χέρια μου το Villa Incognito του Τομ Ρόμπινς. Δεν τον είχα διαβάσει ποτέ, τα σχόλια που τον συνόδευαν ήταν ανάμεικτα.

Η αρχή, χρονικά της ιστορίας - μιας ιστορίας που κινείται με αφάνταστη α λα Πίνσον άνεση μεταξύ του σουρεαλιστικά φανταστικού και της ωμής πραγματικότητας - είναι ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Αυτός ο παραλογέστερος των παράλογων πολέμων κατά τον ίδιο τον Ρόμπινς. Δεν θέλω να μιλήσω γι'αυτό όμως. Ήταν, πιστεύω, το τέλος μιας μακράς πορείας του - όχι μόνο ταξικού - πολέμου μεταξύ εξουσίας και αντεξουσίας στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Τον νικητή τον ξέρουμε όλοι βέβαια.

Τα στοιχεία που βρήκα στο Villa Incognito  μου θύμισαν - σε μικρότερο βαθμό αλλά και δόσεις - τον αλλόκοτο αλλά και γειωμένο κόσμο του Τόμας Πίνσον και τις καταστάσεις που περιγράφει στο Vineland. Πριν μετατραπεί αυτό το κειμενάκι σε μια απλή καταγραφή δεδομένων ή στοιχείων εντυπωσιασμού, οφείλω να ομολογήσω την αμετροέπεια πνεύματος σε όλη τις σελίδες του. Ένα πνεύμα, όμως, όπως και ο μεγάλος Πίνσον που δεν αναλώνεται στην επίδειξη - ακούσια έστω - της πνευματικής ανωτερότητας του δυτικού. Αντίθετα, ο τρόπος που σου πασάρει τις αλήθειες άλλων πολιτισμών και ανθρώπων συνδυασμένος με την αηδία για κομμάτια του μοντέρνου τρόπου ζωής, φανερώνει μια βιωμένη γνώση.

Σπανιότατα το γράφω αυτό, αλλά η  ιστορία του Villa Incognito θα μπορούσε να τεντωθεί σαφώς περισσότερο, με τον τρόπο ακριβώς που ξέρει να το κάνει ο Πίνσον. Για τη δική μας απόλαυση πρώτα απ' όλα. Με την πλοκή να διαδραματίζεται σχεδόν αποκλειστικά εκτός της Αμερικής, η φαρέτρα του είναι γεμάτη με κριτική απέναντι στη χώρα του. Καθημερινοί άνθρωποι, πράκτορες, ζώα γεμάτα σοφία που μιλάνε, κάνουν έρωτα, πονούν και λυπούνται ( για κοίτα, έχουν ψυχή τα ζώα; ), πράκτορες μυστικών υπηρεσιών που κουβαλούν την αρρώστια των αφεντικών τους - μοιρασμένες απορίες για το παράλογο και το λογικό ενός πλανήτη που επεκτείνεται προς το εσωτερικό του και κοντεύει να διαλυθεί.

Το Villa Incognito λειτούργησε ως άλλη μια θρυαλλίδα, όχι της ευχαρίστησης που σου προκαλούν τα μεγάλα αριστουργήματα της τέχνης του λόγου, καταστρατήγησης όλων των μικρών λογικών που, τελικά, με δημιουργούν και με ορίζουν.